Δεν μπορούσε να σταματήσει. Το πόδι του ήταν παγωμένο και
κολλημένο πάνω στο γκάζι. Εβλεπε τον θάνατο σε κάθε στροφή.
Το πρόσωπό του ήταν γεμάτο παράνοια και απόγνωση.
Εικόνες όσων αγαπούσε περνούσαν από μπροστά του με την ταχύτητα που
πέρναγε κι ο δρόμος. Αριστερά και δεξια ήταν γκρεμός και αυτός
ήταν καταδικασμένος να τερματίσει την ζωή του με ιλλιγιώδη
ταχύτητα. Μπροστά του υπήρχε ένα σταματημένο αυτοκίνητο που
ήταν γεμάτο ανθρώπους. Αυτό ήταν. Μην έχοντας άλλη λύση έστριψε
το τιμόνι και πέταξε στο κενό.
Ολα ήταν βουβά. Η όλη πτώση του αμαξιού στο κενό γινόταν σε
αργή κίνηση μα τα αισθήματά βγαίναν ακόμα με την ταχύτητα που
πέρναγε τις άσπρες γραμμές του δρόμου. Μέσα στην απόλυτη
ησυχία σε αυτή την τελευταία του πτώση, άκουσε μια φωνή:
“Γιατί; Γιατί;”…
Τα μάτια του γεμίσαν δάκρυα και άρχισε να νιώθει τον απόλυτο πόνο,
την απόλυτη θλίψη. Ούρλιαζε. Ενιωθε τώρα όσα ποτέ δεν ένιωσε. Θυμήθηκε
όσα ποτέ δεν θυμόταν. Ούρλιαζε από τρόμο στην ιδέα του ότι δεν θα ξαναδεί
κανένα, δεν θα ξαναμιλήσει με τους δικούς του, δεν θα δει ποτέ τους φίλους του.
Για πρώτη φορά ένιωσε το νόημα της απόλυτης μοναξιάς. Το νόημα της ελπίδας.
Την ανάγκη του να ζεις γιατί είναι ωραία και όχι να ζεις για να ξεχνάς.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου